
Devendra Banhart- What Will We Be
REPRISE/WARNER
Ίσως το βασικό χαρακτηριστικό της δεκαετίας που τελειώνει είναι οι αναβιώσεις. Αναβιώσεις σε ρούχα, σε στιλ, σε μόδες και, βέβαια, σε μουσικά ρεύματα. Τα δέκα αυτά τελευταία χρόνια έχουμε συναντήσει τα πάντα από διάφορα συγκροτήματα. Αναβιώσεις punk, disco, rock ’n’ roll, folk, ψυχεδέλειας και φυσικά όλους τους πιθανούς συνδυασμούς των παραπάνω. Το αν έφερε κάτι νέο όλο αυτό στη μουσική η απάντηση είναι πως όχι. Έτσι κι αλλιώς θα ήταν αφέλεια να περιμένει κανείς τον νέο ήχο μέσα από γνωστά σχήματα. Αυτό όμως που συνέβη είναι μια έξαρση νέων συγκροτημάτων και ένα εξαιρετικό υλικό από τραγούδια και μουσικές.
Ένας από αυτούς που αναβίωσαν το ρεύμα της folk, φέρνοντας και την πολυπληθή παρέα του στη δισκογραφία, είναι ο Devendra Banhart. Γεννημένος στο Χιούστον, μεγαλωμένος στη Βενεζουέλα μέχρι την εφηβεία του και έπειτα στο Λος Άντζελες, με μισοτελειωμένες σπουδές πάνω στην Ιστορία της Τέχνης, και διάφορες δουλειές μέχρι να εκδώσει τη μουσική του, ο Devendra δύσκολα μπορεί να καταταγεί σε μια συγκεκριμένη κατηγορία μουσικών. Μποέμ, νεο-χίπις και διάφοροι άλλοι χαρακτηρισμοί τού έχουν αποδοθεί κατά καιρούς από το σύνολο του τύπου. Εκείνο όμως που μπορεί να μιλήσει και να πει πολλά είναι η μουσική. Και η μουσική του Devendra Banhart είναι γεμάτη από εικόνες, ήχους και χρώματα.
Από το 2002 που κυκλοφόρησε τον πρώτο του δίσκο μέχρι και σήμερα που η έβδομη δισκογραφική του δουλειά βρίσκεται στα καταστήματα δίσκων, έχει κυλήσει πολύ νερό στο μουσικό του αυλάκι. Λιγάκι αυτιστικός και κλειστός, μουσικά, στους πρώτους του δίσκους, κατάφερε σιγά σιγά να ανοίξει και ο ίδιος τους μουσικούς του ορίζοντες και να στείλει σε μεγαλύτερο ακροατήριο τα τραγούδια που έγραφε. Αυτό σε καμία περίπτωση δεν είναι ψόγος αλλά επίτευγμα. Έπρεπε να περάσουν τα χρόνια και να βρει τις ισορροπίες του που θα του επέτρεπαν να εκφράζεται προσωπικά και αυτό να αφορά και πολύ κόσμο.
Στον νέο του δίσκο έχει πετύχει ακριβώς αυτήν τη χρυσή τομή: folk στα όρια της soul, ψυχεδέλεια μαζί με ακουστικό ήχο. Όλα αυτά μαζί να δημιουργούν μοναδικά ηχοχρώματα και να κυλάνε οι μελωδίες η μία πίσω από την άλλη με εντυπωσιακή φυσικότητα. Από τα πιο εντυπωσιακά κομμάτια του δίσκου είναι και αυτό με το οποίο κάνει την έναρξη, το Angelica. Κιθάρες ακουστικές, τριπαρισμένη φωνή, λόγια αφιερωμένα σε κάποια Angelica και ένα δεύτερο τραγούδι μέσα στο πρώτο με μια εντυπωσιακή (δια)στροφή της μελωδίας. Grooving υποσχέσεις που κρατιούνται στα επόμενα κομμάτια. Το πρώτο σιγκλάκι που κυκλοφόρησε είναι το Baby, ένα καθαρόαιμο soul κομμάτι. Οι ταμπέλες καταρρίπτονται και κανείς δεν ξέρει τι θα ακούσει πιο κάτω. Το μόνο σίγουρο είναι ότι δεν μιλάμε για έναν folk δίσκο.
Κιθάρες, τύμπανα, πιάνο, μπάσο και μια φωνή που τα συνδέει όλα αυτά είναι άραγε αρκετά; Και όμως. Όταν γράφονται κομμάτια σαν το 16th & Valencia, Roxy Music τα πράγματα μάλλον πηγαίνουν πολύ καλά. Θα μπορούσαν να το είχαν γράψει οι MGMT, να το είχε πει ο Mika, να το είχαν διασκευάσει οι Scissor Sisters. Κι όμως είναι κομμάτι του Devendra Banhart.
Τελειώνοντας ο δίσκος αυτό που σου μένει είναι μια ασαφής αίσθηση ήχων, μουσικών και μελωδιών. Και αυτό όχι εξαιτίας κάποιου ελλείμματος των κομματιών αλλά πιθανώς λόγω πληθώρας ηχοχρωμάτων και ειδών. Το σύνολο των κομματιών απαιτεί και μια δεύτερη και μια τρίτη ακρόαση. Και εκεί συνεχίζεις να ανακαλύπτεις κομμάτια, κρυμμένα πίσω από αυτά που γυαλίζουν με την πρώτη ματιά. Το reggae Foolin', το νέο-folk Can't Help But Smiling, το υπνωτικό First Song For B και αρκετά ακόμα. Ο δίσκος είναι καλός και έχει ενδιαφέρον. Το θέμα είναι πόσο βαθιά θέλει ο καθένας να προχωρήσει και πόσο διαφορετική μουσική θέλει να ακούσει από αυτό που περιμένει να ακούσει.
8
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΑΓΟΡΑΣΤΟΣ