
The Wire
The Wire
Έχει χαρακτηριστεί η καλύτερη τηλεοπτική σειρά όλων των εποχών, αλλά τι είναι αυτό που κάνει το Wire να ξεχωρίζει; Η δημιουργία του βετεράνου αστυνομικού ρεπόρτερ David Simon δεν είναι απλώς καθηλωτικά ρεαλιστική, αλλά και ανατρεπτική στον τρόπο με τον οποίο εξετάζει τη λειτουργία ενός τερατώδους κοινωνικού συστήματος που λειτουργεί με αυτόματο πιλότο. Η σειρά επικεντρώνεται (ως αφορμή, περισσότερο) στην επιχείρηση μιας ομάδας ανεπιθύμητων αστυνομικών στο κυνήγι ενός τοπικού νονού της Βαλτιμόρης, ο οποίος εμπορεύεται ναρκωτικά χωρίς κανείς απολύτως να ασχολείται μαζί του. Στην πορεία της σειράς τα πρόσωπα συχνά θα αλλάξουν, αλλά οι καταστάσεις θα παραμείνουν ίδιες, και έννοιες όπως η δικαιοσύνη και η ηθική θα δοκιμαστούν πολύ προτού καταλήξουν, ενδεχομένως, εκτός θέματος. Το εξαιρετικό φορμά θέλει κάθε σεζόν να επικεντρώνεται σε μια διαφορετική δυσλειτουργική πτυχή του μικροκόσμου της Βαλτιμόρης (και κατ' επέκταση της δυτικής κοινωνίας), από τη διαφθορά στα σωματεία μέχρι τη ζοφερή εικόνα στα σχολεία της πόλης.
Αυτό από μόνο του θα έκανε για αληθινά συναρπαστική τηλεόραση, αλλά λειτουργεί μόνο ως αφετηρία για το λεπτομερέστερο κι από ρεπορτάζ εφημερίδας Wire. Η σειρά αποπνέει έναν δίχως προηγούμενο αέρα αυθεντικότητας, γεγονός διόλου τυχαίο, αν αναλογιστούμε ότι στο συγγραφικό ρόστερ συναντάμε παλαίμαχους ρεπόρτερ, πρώην αστυνομικούς, πολύπειρους παραγωγούς αστυνομικών σειρών και συγγραφείς αστυνομικών μυθιστορημάτων (μεταξύ αυτών και ο ελληνικής καταγωγής George Pelekanos), ενώ δεν είναι λίγα τα μέλη του cast που έχουν υπάρξει αληθινοί εγκληματίες στο παρελθόν. Δίχως λοιπόν να χάνει το ρυθμό του για πέντε αριστουργηματικές σεζόν, το show κοιτάζει με ψυχραιμία μια κοινωνία αδύναμη να σπάσει το φαύλο κύκλο της αυτοκαταστροφής της. Μια αστυνομία παραδομένη στο ξέφρενο κυνηγητό απρόσωπων αριθμών προς ικανοποίηση του γραφειοκρατικού κτήνους και της πολιτικής ματαιοδοξίας, ένα εκπαιδευτικό σύστημα που αναπαράγει τις ίδιες καταστάσεις στους δρόμους (με παιδιά-βαποράκια και γεννημένους δολοφόνους), και media τόσο εξαρτημένα που ποτέ δεν θα μεταδώσουν τη ζοφερή αλήθεια. Κι όμως ο Simon δεν παύει ποτέ να είναι βαθιά ανθρωπιστής, γιορτάζοντας τις όποιες μικρές νίκες προκύψουν στην πορεία για τους ήρωές του, αφήνοντάς μας τελικά με μια γεύση γλυκόπικρη. Σαν την ίδια τη ζωή.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους μουσικόφιλους παρουσιάζουν οι τίτλοι αρχής της σειράς, οι οποίοι ξεχωρίζουν χάρη στο ευφυές εύρημα της διαφορετικής εκτέλεσης του Way down in the hole για κάθε κύκλο, με την πρωτότυπη βερσιόν του Tom Waits να εμφανίζεται στον δεύτερο. Κάθε μία από αυτές τις εκτελέσεις συνοδεύει μουσικά ένα αντίστοιχα παραλλαγμένο εναρκτήριο μοντάζ γεμάτο εικόνες και μοτίβα από την εκάστοτε σεζόν, με τις πέντε αυτές σκηνές να κρατούν ορισμένα στοιχεία όμοια, ακολουθώντας μια εντυπωσιακή συμμετρία στη δομή τους. Η διασκευή του κομματιού από το gospel γκρουπ The Blind Boys of Alabama χρησιμοποιήθηκε στην πρώτη σεζόν, η μπλουζ / τζαζ εκδοχή του από τους Neville Brothers στην τρίτη, ενώ ο πολιτικός ακτιβιστής και κάντρι τραγουδοποιός Steve Earle (που είναι επίσης μέλος του cast) είναι υπεύθυνος για τη φανταστική διασκευή της τελευταίας σεζόν. Προσωπική αγαπημένη, μέσα στην άγρια και ψυχωμένη της ερασιτεχνική ομορφιά (συνεπή με τη σεζόν που ανοίγει), είναι η εκτέλεση του τέταρτου κύκλου, που ηχογραφήθηκε αποκλειστικά για τους σκοπούς της σειράς από πέντε εφήβους της Βαλτιμόρης.
Θοδωρής Δημητρόπουλος