Tου Κλιντ Ίστγουντ
με τους Ματ Ντέιμον, Μπρους Ντάλας Χάουαρντ, Ρίτσαρντ Κάιντ, Τζέι Μορ, Τζένιφερ Λιούις, Σεσίλ Ντε Φρανς, Φράνκι Μακλάρεν
O Κλιντ Ίστγουντ είναι ο αγαπημένος μου Αμερικανός σκηνοθέτης της παλιάς φρουράς. Ο τελευταίος δημιουργός εν ζωή, του οποίου κάθε έργο, την τελευταία δεκαετία, προκαλεί συζητήσεις και έχει φανατικούς θαυμαστές, παντού. Οι ανησυχίες αυτού του μεγάλου οτέρ, τον τοποθετούν στο πάνθεον των καλύτερων όλων των εποχών - και δεν το λέω μόνο εγώ, αυτό. Μπορεί κάποιοι να αμφισβητήσουν το περιεχόμενό της συνολικά, όμως κανείς δεν μπορεί να θεωρήσει αμφιλεγόμενη την προσφορά του στην 7η Τέχνη, πόσο μάλλον όταν αποδεικνύει έργο με έργο πως είναι σαν ...το παλιό, καλό κρασί.
Στην ταινία "Η ΖΩΗ ΜΕΤΑ" ή "HEREAFTER", καταπιάνεται με το θέμα που προβληματίζει όλους μας κάποια στιγμή, ολοένα πιο έντονα δε, όσο πλησιάζουμε στο τέλος της. Ένα θέμα κάθε άλλο παρά εμπορικό, όπως και καθετί που σχετίζεται με τον θάνατο... Όμως χάρη στο πανέξυπνο σενάριο του γνωστού μας Πίτερ Μόργκαν ("Η ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ", "ΦΡΟΣΤ / ΝΙΞΟΝ") το θέμα αποκτά μια άλλη διάσταση, όχι τόσο φιλοσοφικής πλευράς όσο υπαρξιακής, όταν τέμνει με αριστοτεχνικό τρόπο τις ιστορίες των πρωταγωνιστών. Οι ανησυχίες του Κλιντ φαίνεται ότι έχουν βάση, ο ίδιος κλείνει τα 80, και μοιάζει λογικό να θέλει να μας προβληματίσει με τις σκέψεις του μέσα από την ιστορία ενός μέντιουμ που υποδύεται ο Ματ Ντέιμον, αλλά και των άλλων χαρακτήρων. Είναι η δομή της δραματουργικής κορύφωσης που ακολουθεί πιστά κι ευλαβικά για να προκαλέσει την συγκίνηση.
Το τι συμβαίνει μετά το θάνατο, είναι ένα ρητορικό ερώτημα. Γιατί απλούστατα δεν έχει απαντηθεί έως τώρα ικανοποιητικά, από κανέναν, ούτε επιστημονικά, ούτε θεολογικά ή μεταφυσικά... Οι τρεις βασικοί χαρακτήρες της ιστορίας μας αναζητούν τους εσωτερικούς εαυτούς τους, σχετικά με το τι μας συμβαίνει, όταν η ζωή μας αφήσει. Έρχονται ακόμα και σε σύγκρουση με την κοσμοθεωρία τους, προκειμένου να βρουν μία απάντηση που να τους ικανοποιεί. Μία απάντηση που να δίνει ελπίδα και φως. Πέραν του θρησκευτικού λόγου ή του Χριστιανικού που μονοπωλεί τα εγκόσμια. Ο θάνατος είναι η άλλη διάσταση της ζωής. Είναι η προοπτική του ανθρώπου σε κάθε του βήμα, μετά τη γέννησή του. Είναι αναπόφευκτο, το πιο σίγουρο πράγμα που θα συμβεί στη ζωή μας. Υπάρχουν, όμως άνθρωποι που ο θάνατος τους "άγγιξε" κάποια στιγμή και που κατάφεραν να επιζήσουν. Ο θάνατος δεν είναι επιλογή. Είναι η απουσία ζωής (κυριολεκτικά και μεταφορικά). Αυτή η στιγμή τους σημάδεψε και η ταινία ασχολείται με το πως αυτό το "άγγιγμα" επηρεάζει τη συμπεριφορά, την πίστη, την αγάπη, την απώλεια, τους κεντρικούς μας ήρωες. Χωρίς ψυχαναλυτική επιχειρηματολογία. Μα ούτε και απλουστευτική, παραφυσική λογική. Πράγματα που τα βιώνουμε όλοι μας δεν μπορούν να θεωρηθούν ανορθόδοξες συμπτώσεις.
Αν ρωτούσαν εμένα προσωπικά, θα απαντούσα, πως ο βιολογικός θάνατος δε μπορεί να αποχωριστεί την πνευματική υπόσταση και τις ψυχικές λειτουργίες, καθώς επιβεβαιώνεται πως η ανθρώπινη φύση είναι ενιαία. Σπουδαία ευκαιρία δίνει η ταινία για υπαρξιακούς στοχασμούς επί του θέματος, τουλάχιστον. Περισσότερο αίσθηση προκαλεί το "καταφύγιο" που βρίσκει ο καθένας μετά από τέτοια "τραυματική" εμπειρία, όπως των ηρώων μας. Ο Κάρολος Ντίκενς φαίνεται ότι εμπνέει τον Τζορτζ (Ματ Ντέιμον) και όχι τυχαία, αντιθέτως πολύ εύστοχα συγκλίνει στις ευαισθησίες του ίδιου του σκηνοθέτη. Καθένα από αυτά τα "καταφύγια" είναι μια ευκαιρία για επανεκκίνηση της ζωής. Μιας ζωής που είχε φτάσει, οριακά στο τέλος της. Η στροφή πλεύσης, μας κάνει να πιστεύουμε πως τα πάντα είναι δυνατά. Ο άνθρωπος μπορεί να καταφέρει τα πάντα, όταν θέλει, ακόμα κι όταν έχει χάσει το "φως" του.
Αυτό που ίσως, ενοχλήσει "δογματικούς" ένθεν και κείθεν, είναι η χρήση του "δώρου" / χαρίσματος, της επικοινωνίας με τους νεκρούς. Δε χρειάζεται να είσαι ... Χαρδαβέλλας του απόκρυφου μυστικισμού για να αναρωτηθείς, αν οι προσωπικές εμπειρίες στοιχειοθετούν την ύπαρξη μιας άλλης ζωής μετά... Η ταινία απλά καταγράφει τα γεγονότα που έχουν συμβεί, χωρίς να θέλει να επιβάλλει πειστικές απαντήσεις, εξωραϊζοντάς τα ή αποδοκιμάζοντας κάθε εξήγηση που δε δίνεται από την Ιατρική Επιστήμη. Ο καθένας από μας, άλλωστε, κρίνει εξ ιδίων. Για άλλη μια φορά, υποκλινόμαστε στον μέγα Κλιντ Ίστγουντ, του οποίου η ωριμότητα, φτάνει στο απόγειό της. Μπορεί η ταινία να μην είναι το αριστούργημα της δεκαετίας (μετά τα MILLION DOLLAR BABY, ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΒΟΖΙΜΑ, Η ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ, GRAN TORINO), όμως αντανακλά πολύ σοφά την κοινωνιολογική του συμπεριφορά και την ιδεολογική του κοσμοθεωρία, που βρίσκεται σε μόνιμη σύγχυση και αντιπαράθεση με τον Θεό της ... Δύσης. Ο Ίστγουντ δεν έχει ανάγκη ν' αποδείξει σε κανένα ότι ξέρει το σινεμά καλύτερα από οποιονδήποτε οτέρ της εποχής μας. Αναγνωρίζεται παγκοσμίως και καταξιώνεται στη συνείδησή μας μοναδικά, όταν αποφασίζει να μιλήσει για θέματα ταμπού, που με τόλμη εγείρουν αντιπαραθέσεις. Οι ταινίες του ακολουθούν τον ακαδημαϊκό, αφηγηματικό σχεδιασμό που μας αρέσει να απολαμβάνουμε, μινιμαλιστικά και με σαφήνεια, από την αρχή έως το τέλος. Γι΄άλλη μια φορά ο θεατής θα πιάσει τον εαυτό του "τσιτωμένο" τόσο που να κρέμεται από τις ατάκες των χαρακτήρων, σε βαθμό ταύτισης. Από δοκιμιογραφικής άποψης αλλά και κινηματογραφικής, οι ήρωές του ποτέ δεν είναι στατικοί, αλλά ευέλικτοι και προσαρμόσιμοι. Περνάνε πάντα από καταστάσεις που τους ξεγυμνώνουν στα μάτια των θεατών φανερώνοντας κάθε ανθρώπινη αδυναμία, πάθος, αμαρτία... Οι χαρακτηρισμοί "θετικός - αρνητικός" ελάχιστα αποτυπώνουν το φιλοσοφικό βάθος της ηθικής. Αυτό που τα ξεπερνά είναι η μεθοδευμένη διαλεκτική τους αντιμετώπιση, και η υπέρβαση της εξέλιξης.
Τέλος, άξια αναφοράς για άλλη μια φορά η υποδειγματική, λυρική μουσική του σύνθεση, σε τόνους όπως πάντα χαμηλόφωνους αλλά πολυεπίπεδους, όπως και η ταινία του. Το ασυμβίβαστο ύφος του παραμένει αναλλοίωτο παράλληλα με την γνήσια αγάπη του για το σινεμά, που δεν πρόκειται να πεθάνει όσο ζει, χαρίζοντάς μας οραματικές στιγμές, όπως ετούτη. Προορίζεται για ενήλικο κοινό που δεν αρέσκεται στις παρωπίδες. Τα βραβεία δεν θα την αδικήσουν, χωρίς να είναι αυτοσκοπός, παρά την ύπαρξη του Σπίλμπεργκ στην Εκτέλεση Παραγωγής. Αφεθείτε... στη μαγεία του. Ελπίζουμε να μην είναι και η τελευταία του, όμως, όσο μακάβρια κι αν ακούγεται, τούτη η ευχή, σε σχέση με τον τίτλο του φιλμ.
Δημήτρης Παπαμίχος