Το Estrella Damm Primavera Sound είναι το place to be, αν θες να πας σε ένα φεστιβάλ που δεν θες να συναντήσεις πολλούς μεθυσμένους Άγγλους και επίσης αν ανήκεις στην κατηγορία του φεστιβαλιστή (sic) που θέλει ο χώρος όπου θα γίνει το φεστιβάλ να συνδυάζει το καθαρό και αστικό τοπίο με τη θάλασσα και με την εύκολη μετακίνησή του στο κέντρο της πόλης. Ωστόσο, πέρα από αυτές τις φυσικές ανέσεις που οι ίδιοι οι διοργανωτές είναι σε θέση να σου τις διαθέσουν, το μεγαλύτερο ενδιαφέρον κάθε χρόνο παρουσιάζει το line up του Primavera Sound. To οποίο είναι το πιο up to date στην Ευρώπη, με γκρουπ που ξεκινούν να κάνουν κάτι τώρα, εδώ επίσης δημιουργούνται πολλά hypes και μύθοι, κανονίζονται re-unions ύστερα από πολλά χρόνια μόνο για να παίξουν στο Primavera και βλέπεις και τεράστιους καλλιτέχνες που δεν θα είχες την πιθανότητα να τους δεις πουθενά αλλού. Όπως έγινε φέτος για παράδειγμα με τον Neill Young, ο οποίος αποτελούσε το μεγαλύτερο συναυλιακό τους απωθημένο. Και τον τίμησαν με τον καλύτερο τρόπο, μιας και τη στιγμή που ο Καναδός folk τραγουδοποιός βρισκόταν στην κεντρική σκηνή της Estrella, δίπλα του δεν έπαιζε κανένα άλλο γκρουπ. Και αυτός φόρεσε κασκόλ της Μπαρτσελόνα, η οποία μία μέρα πιο πριν κατέκτησε το Champions League. Fair enough, θαρρώ. Αξιοσημείωτο είναι φυσικά το γεγονός πως το Primavera ξεκίνησε πριν από δέκα χρόνια σαν ένα πάρτι που ήθελαν να κάνουν κάποιοι φίλοι σε ένα club, φέρνοντας και κάποια γκρουπ για να παίξουν live και στο πέρασμα των χρόνων έχει καταλήξει να θεωρείται –και να είναι– από τα μεγαλύτερα καλοκαιρινά φεστιβάλ στον κόσμο, προσελκύοντας εκατοντάδες επισκέπτες από την Ελλάδα (οι πληροφορίες μας από τους διοργανωτές έκαναν λόγο για 300 και πλέον άτομα στη φετινή edition του PS) και από το εξωτερικό, καταφέρνοντας πραγματικά να αποζημιώνει και τον πιο απαιτητικό aficionado του PS κάθε φορά.
Η πρώτη μέρα ξεκίνησε με το ωμό και τραχύ, πειραματικό και κιθαριστικό indie rock των Magik Markers που δεν προσπάθησαν να βγάλουν, σε κανένα σημείο από πάνω τους την ταμπέλα που τους θέλει σαν τα πνευματικά παιδιά των πρώιμων Sonic Youth. Μόνο που δεν είναι οι Sonic Youth, και η εμφάνισή τους δυστυχώς ήταν τραγελαφική. Στη συνέχεια, τη σκυτάλη πήραν οι Nεοζηλανδοί θιασώτες της dream pop Βats, όπου για μία ώρα περίπου κατάφεραν να μας βάλουν στο χρονοντούλαπο της twee pop και να μας μεταφέρουν στα μέσα της δεκαετίας του ’80, την εποχή που έβγαζαν το ένα single μετά το άλλο. Οι Vaselines κάποτε ήταν η αγαπημένη μπάντα του Kurt Cobain. Και ο μακαρίτης, απ’ ό,τι φαίνεται, άκουγε πολύ καλά πράγματα. Γι’ αυτό και έπαιξαν το Jesus wants me for a sunbeam και βεβαίως βεβαίως το Molly’s lips που γράφτηκε απλά για να αρέσει σε οποιονδήποτε το ακούει. Μετά τους Vaselines, στη σκηνή Rockdelux (το πιο σημαντικό ίσως μουσικό περιοδικό της Ισπανίας) ανεβαίνουν οι Phoenix, όπου παρουσιάζουν άρτια το Wolfgang Amadeus Phoenix, το νέο τους άλμπουμ. Παραδίδουν σεμιναριακά μαθήματα για το πώς πρέπει να συνδυάζεις το dance με το rock και είναι εξαιρετικοί πάνω στη σκηνή. Η πιο μεγάλη ώρα όμως –κατ’ εμέ– του φεστιβάλ και όχι μόνο της ημέρας, είναι αυτό που θα ακολουθήσει μετά τους Phoenix. MY BLOODY VALENTINE. Ήδη από την ώρα που πήγαμε στο χώρο οι διοργανωτές μοίραζαν δωρεάν ωτοασπίδες για το συγκεκριμένο show. Και πολύ καλά έκαναν. Προσωπικά, την ώρα που ο Shields και η παρέα του είναι πάνω στη σκηνή, τραντάζομαι, το σώμα μου τρέμει από την ένταση και απλά καταλαβαίνω τι θα πει feedback και reverb, σε όλο του το μεγαλείο. You made me realize και ο κλασικός πλέον 20λεπτος θόρυβος στο τέλος. Έπειτα από αυτό δηλώνω πως δεν με νοιάζει να δω κάτι άλλο live. Και νομίζω πως έτσι έχουν τα πράγματα. Οι MBV είναι αυτοί που είναι. Και είναι πάρα πολύ ψηλά. Δεν χρειάζεται να κάνουν κάτι άλλο. Μετά το καταιγιστικό τους live δεν νομίζω πως μπορούσα να δω κάτι άλλο που να με συναρπάσει. Κατευθυνθήκαμε στη σκηνή της Vice, όπου θα διαπιστώναμε αν το Primary Colours των Horrors μπορεί να αποδοθεί εξίσου καλά live, όσο και στο στούντιο. Κάτι τα προβλήματα με τον ηχολήπτη κάτι το κακό mood του Farris, μας άφησαν ανικανοποίητους, όμως οι ίδιοι πήραν το αίμα τους πίσω δύο εβδομάδες μετά στο Gagarin. Ύστερα από αυτό, είδαμε live τη διάλυση των Wavves που τσακώθηκαν μεταξύ τους πάνω στο Pitchfork stage, πετώντας μπίρες ο ένας στον άλλον και αποχωρώντας με γιουχαΐσματα από τη σκηνή. Μεγάλες στιγμές. Το techno meets drum n bass meets experimental του Aphex Twin δεν ήταν ό,τι καλύτερο για κλείσιμο ημέρας και απλά φύγαμε.
Τη δεύτερη μέρα ξεκινήσαμε με τα αγαπημένα παιδιά του Pitchfork, Crystal Stilts και Pains of being pure at heart. Εύγε και πολλά μπράβο και στους δύο, απέδειξαν πως το hype γύρω από το όνομά τους μόνο τυχαίο δεν είναι. Η Bat For Lashes ήταν αιθέρια, κινιόταν σαν γάτα και θύμιζε έντονα την Kate Bush και τη Siouxsie, ερμηνευτικά και κινησιολογικά αντίστοιχα. Εξαιρετικό live που απέδωσε πιστά τις καλύτερες στιγμές, κερδίζοντας πολλούς fans. Ο Jason -Spaceman- Pierce είναι ένας από τους πιο τακτικούς επισκέπτες του PS και κάτι ξέρουν οι διοργανωτές που τον έχουν φωνάξει τέσσερις φορές. Για άλλη μια φορά απόμακρος πλην όμως εξαιρετικός. Ο Eddie Argos των Art Brut περιφερόταν όλη την πρώτη μέρα στο χώρο κάνοντας φιλίες για να πάνε να τον δουν το Σάββατο. Και πολύς κόσμος πήγε. Και πέρασε καλά με τα κρύα αστεία του. Τίποτα το ιδιαίτερο και το νέο τους άλμπουμ δεν πείθει κανέναν. Οι Throwing Muses είναι απογοητευτικοί, η Kristin Hersh πιο βαρετή και από τα τελευταία της άλμπουμ και δεν μπορώ να καταλάβω γιατί έκατσα μισή ώρα για να τους δω. Παρ’ όλα αυτά με αποζημιώνει ο Jarvis Cocker που έχει το πιο uber cool attitude, τόσο πάνω όσο και κάτω από τη σκηνή. Παίζει το καινούργιο του άλμπουμ, που είναι εξαιρετικό, όλοι θέλουν όμως Pulp και αυτός δεν παίζει Pulp. Για κλείσιμο αφήνουμε τους Saint Etienne, που απλά είναι οι Saint Etienne. Παίζουν ένα ποτ-πουρί εκατομμυρίων hits, ο κόσμος χορεύει, η Sarah Cracknell είναι γλυκύτατη, μας ευχαριστεί και παίρνουμε την άγουσα για την κοντινότερη στάση του metro, αφού πρώτα χαιρετήσουμε τον spiritual Dan Deacon που μας περιμένει εν μέσω χάλκινων, ψυχεδελικών χρωμάτων και ήχων.
Η τρίτη και τελευταία μέρα ξεκινά με τη μεγάλη έκπληξη της χρονιάς, που δεν είναι άλλος από τον Jeremy Jay, που και αυτός έχει τον ίδιο ηχολήπτη με τους Ηorrors, ο οποίος τα κάνει πάλι όλα χάλια, κόβεται δύο φορές ο ήχος, ο JJ προσπαθεί να σώσει το show και εκεί που λες ότι τα κατάφερε, κάνει μια αχρείαστη διασκευή στο Ghostrider των Suicide και μας χαλάει όλη την καλή εικόνα. Οι Herman Dune είναι Γάλλοι, είναι cool και παίζουν την πιο ανάλαφρη pop που κυκλοφορεί εκεί έξω. Απαραίτητοι και δεν υπάρχει περίπτωση ακούγοντάς τους να μην περάσεις καλά. Η μεγάλη ώρα όμως είναι η ώρα του Neill Young! Ακούραστος και για μιάμιση ώρα τραγουδά όλες τις μεγάλες του επιτυχίες μπροστά σε μια πραγματική λαοθάλασσα. Συγκινούνται ακόμα και οι πέτρες και δείχνει πως είναι μια κλάση μπροστά από τον κάθε singer-songwriter, βάζοντας τα πράγματα στη θέση τους. Οι Liars που ακολουθούν κάνουν αυτό που ξέρουν καλύτερα: ψυχαγωγούν τον κόσμο. Και το κάνουν καλά. Οι Deerhunter είναι πλέον pop μπάντα, ο frontman τους Bradford Cox είναι απίστευτα χαρισματικός και επικοινωνιακός πάνω στη σκηνή και αφού έχουν παίξει όλα τους τα καλά τραγούδια, μας αποχαιρετά λέγοντας πως πρέπει να τελειώσουν εκείνη τη στιγμή για να δουν Sonic Youth. Και κάνουμε και εμείς το ίδιο. Η Kim Gordon είναι εκπληκτική και παρέα με τους άλλους τρεις κάνουν τον κόσμο να μη σταματά να χτυπιέται. Το καινούργιο άλμπουμ είναι σπουδαίο, αυτοί έχουν τρελά κέφια, παίζουν από Hey Joni μέχρι Bull in the heather ξεσηκώνοντας όλη τη μεγάλη σκηνή. Και όσους δεν έβλεπαν εκείνη την ώρα Gang Gang Dance. Έπειτα από αυτό ακολουθούν οι Simian Mobile Disco και κάπου εκεί η μνήμη αρχίζει να χάνεται, να σβήνονται λεπτομέρειες και απλά να μένει στο μυαλό μας το πάρτι που ακολούθησε. Το πλέον σίγουρο είναι πως επεράσαμε όμορφα και το μόνο που μένει να πούμε είναι πως και του χρόνου θα είμαστε εκεί.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ