
PRESS PLAY
«Wife Acceptance Factor» η αλλιώς πως διατηρείται η ισορροπία στον μουσικό παράδεισο των δυο φύλων. της Μαρίας Μαρκουλή.
Είχα το νου μου πρώτα στον ήχο. Και στη μουσική, αλλά κυρίως στο πώς ακουγόταν. Ήχος πλούσιος, γεμάτος, χορταστικός σαν να είχες την μπάντα των Κουβανών να παίζει μέσα στο δωμάτιο. Ή με λίγο περισσότερο αναβαθμισμένη τη φαντασία σου, σαν να βρισκόσουν στην Αβάνα απολαμβάνοντας δροσερά μοχίτος ενώ περνάνε αμάξια από τα ’50s σε έντονο τιρκουάζ – έχετε την εικόνα.
Τα αγόρια μιλούσαν για τις χάρες των καινούργιων ηχείων που με τη βοήθεια περίφημου λαμπάτου ενισχυτή σού εξασφάλιζε αυτό το Αθήνα - Αβάνα χωρίς να αλλάξεις θέση στον καναπέ. Μιλούσαν για τα ηχεία πολλή ώρα, όπως κάθε οπαδός του καλού ήχου κάνει, διότι πάντα ξέρεις ότι κάπου σταματάει το καλό κι αρχίζει το καλύτερο, η ύπαρξη του οποίου είναι δεδομένη όσο το break για διαφημίσεις.
Είπα να θαυμάσω και εγώ τα περίφημα ηχεία. Σηκώθηκα από τη θέση μου, περιεργάστηκα το χώρο, κοίταξα δεξιά και αριστερά - σε κρυμμένες γωνιές (αφού συχνά μπορεί να φωνάζουν σαν λιοντάρια, αλλά δεν τα πιάνει το μάτι σου), δεν κατάφερα να τα αποκαλύψω και μια και δεν είχα όρεξη να συνεχίσω τα ψάξιμο, ζήτησα τη βοήθεια του κοινού.
«Στέκεσαι ακριβώς μπροστά τους» μου απάντησε το «κοινό». Μπροστά τους; Ήταν δυο πολύ λεπτές φέτες, σχεδόν σαν κουρτίνες στο χρώμα του ξύλου της καρυδιάς, ή σαν δυο καθρέφτες δαπέδου γυρισμένοι ανάποδα, που και πλούσιο ήχο να μην έβγαζαν, θα έδειχναν μια χαρά στο χώρο – αν είσαι τύπος που εκτιμά το μίνιμαλ, το ξύλο και όχι τίποτε βαρύ και φορτωμένο στο μάτι.
Τα θαύμασα. Ωραιότατο το επιπλάκι.
«Είδες;», είπε τότε ο ένας audiophile στον άλλο, «και από Wife Acceptance Factor σκίζει». Μου φάνηκε ιδιαίτερα ευρηματικό σαν περιγραφή και ετοιμαζόμουν να δώσω συγχαρητήρια για το χαρακτηρισμό «παράγων αποδοχής από τη σύζυγο», αλλά δεν ήταν έμπνευση της στιγμής, το W.A.F έχει μεγάλη ιστορία στον κόσμο της μουσικής (δεκαετίες από τη στιγμή που έπεσε για πρώτη φορά στην αντίληψή μου). Συγκεκριμένα από τότε που η μουσική ταιριάζει με το καλό γούστο και με την εσωτερική ηρεμία του καθένα – όσο μπορεί κανείς να ισορροπήσει τις «ηρεμίες» μέσα στον ίδιο χώρο.
Και είμαι σίγουρη ότι μέγιστο θέμα «καλαίσθητου ηχητικού συστήματος» θα προέκυπτε ανάμεσα στον Αδάμ και στην Εύα αν ο παράδεισος δεν είχε τακτοποιημένο το ζήτημα από το Δημιουργό – βροντές, κεραυνοί και το θρόισμα των φύλλων σε φαντασμαγορικό dolby stereo.
Ο Larry Greenhill λέγεται είναι ο πρώτος που χρησιμοποίησε τον όρο στο περιοδικό stereophile το 1983 ,αλλά εκείνος με τη σειρά του τον απέδωσε στον καθηγητή Lewis Lipnick ,προφανώς για να έχει και το κεφάλι του ήσυχο από τυχόν ενστάσεις της συζύγου. Ο καθηγητής πάλι εντόπισε τον όρο στα 50ς, όταν τα hi fi έμοιαζαν ,σα να είχε προσγειωθεί το Εντερπράιζ στο σαλόνι. Από την πλευρά των συζύγων, που αναμφισβήτητα υπήρξαν η έμπνευση για αυτό το μέγιστο μουσικό ζήτημα, προτάθηκε η συμβιβαστική λύση να αντισταθμίζονται τυχόν κακόγουστα και χοντροκομμένα μηχανήματα ήχου, με κομψά ,μικροσκοπικά δωράκια, αφού το μέγεθος μπροστά στην αξία δεν πιάνει μία. Μετά ήρθε το mp3 και τα κατάστρεψε όλα. Τουλάχιστον ως προς τη φιλοσοφία του πράγματος.
Καθώς οι κοινωνίες άλλαζαν, το Wife Acceptance Factor που παραμένει δείκτης βαθμολόγησης σε περιοδικά για τον ήχο, προσαρμόστηκε ώστε να καλύπτει και τα ετερόφυλα μη-παντρεμένα ζευγάρια (Woman Acceptance Factor) και τα γκέι ζευγάρια (Spouse Acceptance Factor) ,τα υπόλοιπα είναι Ιστορία γραμμένη με μουσική και γούστο.
www.mariamarkouli.blogspot.com