Αν και ο φημισμένος 46χρονος Ελληνοαυστραλός έγινε γνωστός στο ευρύτερο ελληνικό κοινό από το τελευταίο του βιβλίο που απέσπασε και υποψηφιότητα για Booker Prize δίπλα σε ονόματα-κολοσσούς, «Το Χαστούκι», η Δώρα Κοροβέση της ξεπεσμένης Ελλάδας και Ευρώπης του 2011 εξηγεί γιατί το προηγούμενο, επίσης πολυδιαβασμένο ανά τον κόσμο έργο του «Νεκρή Ευρώπη» είναι και θα παραμείνει το πιο επίκαιρο από ποτέ.
Χρήστος Τσιόλκας. Christos Tsiolkas, για να ακριβολογούμε. Ίσως ο καλύτερος σύγχρονος συγγραφέας με ελληνική ταυτότητα. Ίσως ο πιο ροκ έλληνας συγγραφέας που υπήρξε ποτέ, μάλλον γιατί πρόκειται περί παιδιού μεταναστών. Ελληνοαυστραλός λοιπόν, και σίγουρα ο καλύτερος σύγχρονος συγγραφέας της Αυστραλίας. Με στιβαρό εξοπλισμό, παρατηρητής και ψυχογράφος των πιο αληθινών και ασυνήθιστα συνηθισμένων ανθρώπων της εποχής του και όχι μόνο. Αριστερός και αγωνιστής ομοφυλόφιλος, οι πιο συνήθεις χαρακτηρισμοί που διαβάζουμε σε άρθρα για το πρόσωπό του. Ατυχείς κατά τη γνώμη μου, όχι γιατί δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, αλλά γιατί οδηγούν τον αναγνώστη σε λανθασμένες κατηγοριοποιήσεις. Ο συγγραφέας Τσιόλκας δεν είναι πολιτικοποιημένος με τη στενή έννοια του όρου, είναι ένας οξυδερκής «καταγραφέας» της πολιτικής ως δύναμης που πλάθει την κοινωνία και τις συνειδήσεις, τις συνειδήσεις και τις ιδεολογίες που καταστρέφουν, εν τέλει, τις χώρες, τις ηπείρους, τον κόσμο.
Η «Νεκρή Ευρώπη», που πρωτοκυκλοφόρησε το 2005 και μεταφράστηκε στα ελληνικά το 2009, μια μεταβατική για την Ελλάδα εποχή, είναι μια κατακραυγή για όσα όλα φτιάξαμε ως Ελλάδα, ως Ευρώπη και ως κόσμος από τα μεταπολεμικά χρόνια έως σήμερα. Μια ιστορία που σε συνεπαίρνει από την πρώτη σελίδα, αιματοβαμμένη, σκληρή και αληθινή, ξεκινώντας με τη χαραγμένη βαθιά παιδική μνήμη του πρωταγωνιστή, Ισαάκ, να αφηγείται πώς κάθε Χριστούγεννα οι Εβραίοι θυσίαζαν ένα Χριστανόπουλο. Κεντρικός άξονας του μυθιστορήματος είναι το ταξίδι του Ισαάκ όταν πια γίνεται πετυχημένος φωτογράφος στην Αυστραλία, και αφήνοντας πίσω μια σχέση ξεκινά ένα ταξίδι για να εξερευνήσει με το φακό του την ήπειρο της ραγδαίας οικονομικής, πολιτιστικής και πολιτισμικής εξέλιξης, την Ευρώπη των θαυμάτων και της ομορφιάς. Αρχίζει από την Αθήνα, προχωρά σε ένα χωριό της ορεινής Ευρυτανίας στο οποίο ανακαλύπτει μια σκοτεινή ιστορία της οικογένειάς του πριν μεταναστεύσει, μεταφέρεται στη Βενετία, μετά στο Παρίσι, στην Πράγα, στο Βερολίνο, στο Λονδίνο, και απεικονίζει στις μέρες και τις φωτογραφίες του τη ρημαγμένη πραγματικότητα, τη βρώμικη όψη της σύγχρονης ζωής. Όλη η ιστορία της Ευρώπης είναι χαραγμένη στους τοίχους των ψηλών κτηρίων, των εκκλησιών, των γκέτο και πάνω απ’όλα στις αντιλήψεις και τα στερεότυπα των ανθρώπων που ανάμεσά τους περπατά. Μέσα στο πάντρεμα του παρελθόντος με το παρόν ο Τσιόλκας πιάνει ξεχασμένους θρύλους του χωριού του ήρωα, και πίσω από την πλοκή μεταμορφώνει το βαρύ φάντασμα της ιστορίας σχεδόν μυθολογικά στο θεό που κινεί τα νήματα και ορίζει τα πάντα. Ένα θεό φτιαγμένο από τους ανθρώπους, ένα θεό που καταστρέφει. Το ανατολικό μπλοκ και οι συνέπειες της καταστροφής του είναι ακόμα εδώ και πάντα θα είναι, οι μεταναστεύσεις και το δουλεμπόριο, ο αντισημιτισμός. Όλα είναι αλυσιδωτές αντιδράσεις, η κατάρρευση και η ευημερία. Ο Ισαάκ βλέπει την καταρράκωση και τον εκφυλισμό στους «χοντρούς κώλους σε Βερσάτσε, Πράντα και Γκούτσι» που περιφέρονται στους δρόμους. Ο Τσιόλκας καταδεικνύει την καταστροφή που έρχεται στο ογκώδες αυτό μυθιστόρημα, που σελίδα προς σελίδα παρατηρεί, χτίζοντας ένα μύθο μπολιασμένο από μικρότερες ιστορίες, κάποιες γοητευτικά τρομακτικές, κάποιες διαστροφικά τρομακτικές, κάποιες ενοχλητικά αληθινές. Ο Τσιόλκας λίγα χρόνια πριν κατέδειξε την καταστροφή που ήρθε, μια καταστροφή πολύ βαθύτερη από οικονομική. «Ο τίτλος αναφέρεται στο θάνατο του κομμουνισμού, στους θανάτους του παρελθόντος και στο θάνατο της αγροτικής τάξης, από την οποία προέρχομαι και εγώ. Ένιωσα ότι ειδικά αυτός ο τρίτος θάνατος είχε σχολιαστεί ελάχιστα και ότι η αγροτική κληρονομιά της Ευρώπης είχε εξορκιστεί από την ιστορική συλλογική μνήμη».
Η γραφή του είναι ορμητική, κοφτερή και άγρια, κι όμως εκτός από την αριστοτεχνικά δομημένη αφήγηση αλλά και τον πολιτικό αντικατοπτρισμό πίσω από την αφήγηση αυτή, ξετυλίγονται στα μάτια μας ιστορίες ποιητικά γοητευτικές, και ψυχολογίες που θα τις αποκαλούσα «σμιλευμένες». Τίποτα δεν ξεφεύγει από την πανέξυπνη γραφίδα του Τσιόλκα. Τολμώ, βρίσκοντας παραλληλισμούς και στον τρόπο γραφής αλλά και στη συνολική οπτική και αντίληψη, αλλά πιο πολύ διότι η σκοτεινή αύρα του έργου μου τον θυμίζει, να τον χαρακτηρίσω ένα σύγχρονο Καραγάτση. Ένας Καραγάτσης της εποχής, με εξεταστικό εύρος διαφορετικό και μεγαλύτερο, όπως άλλωστε τόσο διαφορετική είναι η εποχή, ακόμα και λογοτεχνικά.
Η Νεκρή Ευρώπη είναι ένα μυθιστόρημα που διαβάζεται μονορούφι, μια ιστορία που αποδεικνύει πόσο βρώμικα το αίμα, η θρησκεία και οι ιδεολογίες κινούν τα νήματα και κυκλώνουν την ανθρωπότητα. Ένα βιβλίο όχι προφητικό, ένα βιβλίο αποστομωτικά αληθινό. Ο πολυβραβευμένος ελληνοαυστραλός, πέρσυ υποψήφιος για Booker για το πιο πρόσφατό του έργο «Το Χαστούκι», πρέπει να διαβαστεί από κάθε Ευρωπαίο με γερά νεύρα και ερωτηματικά. Από κάθε Ευρωπαίο του σήμερα και του πάντα.